Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

ΕΡΝΣΤ ΣΤΑΝΤΛΕΡ



ERNST STADLER


KLEINE STADT

Die vielen kleinen Gassen, die die langgestreckte
  Hauptstraße überqueren
Laufen alle ins Grüne. Überall fängt Land an.
Überall strömt Himmel ein und Geruch von Bäumen
  und der starke Duft der Äcker.
Überall erlischt die Stadt in einer feuchten Herrlichkeit
  von Wiesen,
Und durch den grauen Ausschnitt niedrer Dächer schwankt
Gebirge, über das die Reben klettern, die mit hellen Stützen
  in die Sonne leuchten.
Darüber aber schließt sich Kiefernwald: der stößt
Wie eine breite dunkle Mauer an die rote Fröhlichkeit
  der Sandsteinkirche.

Am Abend, wenn die Fabriken schließen, ist die große Straße
  mit Menschen gefüllt.
Sie gehen langsam oder bleiben mitten auf der Gasse stehn.
Sie sind geschwärzt von Arbeit und Maschinenruß. Aber
  ihre Augen tragen
Noch Schofle, zähe Kraft des Bodens und das feierliche
  Licht der Felder.

ΕΓΡΑΨΕ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1977




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ]

Το ποίημα είναι
ένα ήσυχο πουλί
άσπρο
τρώει τη φωτιά
γίνεται χρυσό
ή μαύρο.

               Αθήνα, 15.ΧΙΙ.77



Από την ποιητική συλλογή: Κάποτε (1977).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. ΙΔ΄, Κέδρος, Αθήνα 2007, σελ. 76.

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

ΑΜΑΔΟ ΝΕΡΒΟ!




AMADO NERVO


A LEONOR

Tu cabellera es negra como el ala
Del misterio; tan negra como un lóbrego
Jamás, como un adiós, como un "¡quién sabe!"
Pero hay algo más negro aún: ¡tus ojos!

Tus ojos son dos magos pensativos,
Dos esfinges que duermen en la sombra,
Dos enigmas muy bellos... Pero hay algo,
Pero hay algo más bello aún: tu boca.

Tu boca, ¡oh sí!; tu boca, hecha divinamente
Para el amor, para la cálida
Comunión del amor, tu boca joven;
Pero hay algo mejor aún: ¡tu alma!

Tu alma recogida, silenciosa,
De piedades tan hondas como el piélago,
De ternuras tan hondas...
Pero hay algo,
Pero hay algo más hondo aún: ¡tu ensueño!


ΕΥΡΥΧΩΡΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΜΠΩΣ ΜΠΡΟΥΝΤΖΙΝΟΥ ΙΠΠΟΥ…




MARTIALIS


[ΕΥΡΥΧΩΡΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΜΠΩΣ ΜΠΡΟΥΝΤΖΙΝΟΥ ΙΠΠΟΥ…]

Ευρύχωρη είναι σάμπως μπρούντζινου ίππου τα καπούλια η
Λυδία, αλλά και γρήγορη πολύ σαν τον τροχό που
τσουλώντας βγάζει μουσική απ’ τα κρεμαστά κουδούνια,
ή σαν τον άλλο τον τροχό που παίζει ο ακροβάτης,
ή σαν το παλιοπάπουτσο που χάσκει μες στη λούμπα,
ή σαν τις νύχτες τις πολύ μεγάλες του χειμώνα
που καρτερούν αποδημητικά πουλιά να ρθούνε,
ή σαν την τέντα που φουσκώνει πάντα απ’ τους νοτιάδες
που πάνε να τη σκίσουν στου Πομπήιου τη θυμέλη,
ή σαν βραχιόλι οπού ’πεσε απ’ το χέρι αρσενοκοίτη
που είναι που είναι κίναιδος, μα και τον λειώνει η φθίση,
ή σαν σωμιές που αδειάστηκε απ’ το γαλλικό μαλλί του,
ή σαν τις παντελόνες βρετανού φουκαρατζίκου
και σαν την καταπιόνα πελεκάνου της Ραβέννας.
Ο κόσμος λέει πως την πήδαγα σε μια πισίνα·
εγώ όμως λέω πως τον πισινότης δεν γαμούσα,
αλλά τον έχωνα βαθιά στην ίδια την πισίνα!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΑΧΙΜ ΦΟΝ ΑΡΝΙΜ!



LUDWIG ACHIM VON ARNIM


RITT IM MONDSCHEIN

(Briefgedicht an Bettina Brentano – 1820)

Herz zum Herzen ist nicht weit
Unter lichten Sternen,
Und das Aug´,von Tau geweiht,
Blickt zu lieben Fernen;
Unterm Hufschlag klingt die Welt,
Und die Himmel schweigen,
Zwischen beiden mir gesellt
Will der Mond sich zeigen.

Zeigt sich heut in roter Glut
An dem Erdenrande,
Gleich als ob mit heißem Blut
Er auf Erden lande,
Doch nun flieht er scheu empor,
Glänzt in reinem Lichte,
Und ich scheue mich auch vor
Seinem Angesichte.